Ελεφαντίδες (elephantidae)
Οικογένεια ζώων της τάξης των προβοσκιδοειδών. Είναι ογκώδη και παχύδερμα ζώα, με μεγάλη και ευκίνητη προβοσκίδα. Στο επάνω σαγόνι τους φυτρώνουν δύο χαυλιόδοντες, οι οποίοι θεωρούνται το δεύτερο ζευγάρι των τομέων του σαγονιού αυτού. Οι τραπεζίτες τους είναι πολύ μεγάλοι.
Τα μάτια τους είναι μικρά και τα δάχτυλα των ποδιών τους καλύπτονται από μικρές αλλά δυνατές οπλές.
Τρέφονται με χόρτα, φρούτα και φλούδες δέντρων. Οι ελέφαντες
μεταφέρουν το νερό και την τροφή τους στο στόμα με την προβοσκίδα τους, η οποία, επειδή είναι πολύ ευαίσθητη, χρησιμεύει ταυτόχρονα και ως όργανο αφής και όσφρησης.
Ζουν σε οργανωμένες ομάδες. Όταν οι συνθήκες ζωής είναι καλές, μπορούν να ζήσουν έως και εξήντα χρόνια.
Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα οι εξημερωμένοι ελέφαντες αξιοποιήθηκαν από τους ανθρώπους για διάφορους σκοπούς.
Ο βασιλιάς Δαρείος τους χρησιμοποίησε στις μάχες κατά του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αργότερα οι Καρχηδόνιοι στους πολέμους τους με τους Ρωμαίους.
Σήμερα οι ελέφαντες χρησιμοποιούνται ως μεταφορικά μέσα και στα θηριοτροφεία, όπου εκπαιδεύονται για να συμμετέχουν σε ψυχαγωγικές επιδείξεις.
Σε πολλές περιοχές έχουν εκλείψει, εξαιτίας της αμείλικτης καταδίωξής τους για το εμπόριο των χαυλιοδόντων.
Στην οικογένεια αυτή ανήκουν μόνο δύο είδη, ο αφρικανικός και ο ασιατικός ή ινδικός ελέφαντας. Πρόγονος των ελεφαντίδων ήταν το μοιριθήριο, απολιθώματα του οποίου βρέθηκαν στα στρώματα της ηώκαινου υποπεριόδου στην όαση Φαγιούμ στην Αίγυπτο.
προβοσκιδωτά
Τάξη θηλαστικών, η ονομασία των οποίων προέρχεται από το ότι είναι προικισμένα με προβοσκίδα.
Τα π. εμφανίστηκαν κατά το ηώκαινο στην Αφρική και διαδόθηκαν κατά το τριτογενές και τεταρτογενές σε ολόκληρο τον κόσμο, εκτός από την Αυστραλία· μερικά είδη προσαρμόστηκαν στα ψυχρά κλίματα, ενώ άλλα έζησαν σε εύκρατες ή θερμές περιοχές.

Τα π. που εξαφανίστηκαν είχαν γενικά πολύ διαφορετικές διαστάσεις από εκείνες των δύο σημερινών ειδών· μεταξύ των μεγαλυτέρων ήταν τα δεινοθήρια, εφοδιασμένα με χαυλιόδοντες στραμμένους προς τα κάτω, που έζησαν στην Αφρική και στην Ευρασία από το μειόκαινο έως το πλειστόκαινο· από τα μικρότερα π. αναφέρουμε τα μοιριθήρια, που εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο κατά το ηώκαινο και τα οποία, σε αντίθεση με τα δεινοθήρια, από τα οποία έλειπαν οι ανώτεροι κοπτήρες, είχαν σχεδόν πλήρη οδοντοφυΐα.
Άλλα απολιθωμένα π. με διάφορες μορφές και μεγέθη ήταν τα μαστόδοντα, που μερικά είχαν χαυλιόδοντες και στις γνάθους· το μεγαλύτερο μεταξύ των π. αυτών ήταν ο στεγοτετραβελόδους (stegotetrabelodon syrticus) ο σκελετός του οποίου βρέθηκε στην έρημο της Κυρηναϊκής.
Τα μαστόδοντα του Παλαιού Κόσμου εξαφανίστηκαν κατά το τέλος του τριτογενούς.
Περισσότερο όμοια με τα σημερινά π. ήταν τα αμερικανικά μαστόδοντα, που αντίθετα, έζησαν μέχρι τους πρόσφατους σχετικά χρόνους· υπήρχαν ακόμα, εδώ και περίπου 8.000 – 10.000 χρόνια, σύμφωνα με ελέγχους που έγιναν με ραδιενεργό άνθρακα· αντίθετα, από τα απολιθωμένα λείψανα που βρέθηκαν πριν μερικές δεκαετίες και από τις απεικονίσεις ζώων εφοδιασμένων με χαυλιόδοντες, φαίνεται να επιβεβαιώνεται ότι μερικά αμερικανικά μαστόδοντα επέζησαν μέχρι τις αρχές του πολιτισμού των Μάγια.
Γνήσιοι ελέφαντες, που είχαν χαρακτηριστικά περισσότερο όμοια με εκείνα των σημερινών π., εμφανίστηκαν μεταξύ του τέλους του τριτογενούς και των αρχών του τεταρτογενούς.
Κατά τις θερμές προπαγετωνικές και μεσοπαγετωνικές περιόδους, έζησαν ο elephas antiquus και ο elephas meridionalis, πολυάριθμα λείψανα των οποίων βρέθηκαν σε διάφορα περιοχές.
Κατά τις ψυχρές παγετωνικές περιόδους στην Ευρασία και στην Αμερική ήταν αντίθετα διαδεδομένα τα μαμμούθ.
ελέφαντας (elephas)
Θηλαστικό της οικογένειας των ελεφαντιδών, της τάξης των προβοσκιδοειδών, η οποία περιλαμβάνει τα μεγαλύτερα χερσαία ζώα που επιζούν μέχρι σήμερα.
Εκτός από τις σημαντικές του διαστάσεις, ο ε. χαρακτηρίζεται και από την παρουσία της προβοσκίδας, ενός συλληπτήριου και πολύ ευλύγιστου οργάνου, στο οποίο καταλήγει το μπροστινό τμήμα του κεφαλιού.
Η προβοσκίδα, που σχηματίζεται από τη μύτη και το άνω χείλος, είναι η έδρα των αισθήσεων της όσφρησης και της αφής. Στο άκρο της βρίσκονται δύο ρουθούνια και μία ή δύο αποφύσεις με μορφή λαβίδας.
Στις πλευρές της προβοσκίδας προεξέχουν οι δύο χαυλιόδοντες από ελεφαντοστό χωρίς σμάλτο, που βρίσκονται σε συνεχή αύξηση και αντιπροσωπεύουν τους άνω κοπτήρες· στα αρσενικά οι χαυλιόδοντες είναι μεγαλύτεροι απ’ ό,τι στα θηλυκά.
Η οδοντοφυΐα τους είναι ατελής· λείπουν οι κάτω κοπτήρες και οι κυνόδοντες, ενώ οι γομφίοι είναι πολύ ανεπτυγμένοι. Αν και το κεφάλι των ε. είναι μεγάλο εξαιτίας της ανάπτυξης των μετωπικών του εγκοίλων, ο εγκέφαλός τους έχει βάρος σχετικά μικρό σε αναλογία με το συνολικό βάρος του ζώου· λόγω του μεγάλου αριθμού των ελικώσεών του ο ε. διαθέτει αρκετά ανεπτυγμένη μνήμη και ευφυΐα.
Τα ακουστικά πτερύγια έχουν πολύ μεγάλο μέγεθος, κυρίως στους αφρικανικούς ε., ενώ τα μάτια, που βρίσκονται στα πλάγια του κεφαλιού, είναι σχετικά μικρά.
Το σώμα στηρίζεται σε τέσσερα ογκώδη πόδια, που απολήγουν σε ελαστικά πέλματα από μαλακά κεράτινα στρώματα, τα οποία επιτρέπουν στο ζώο να περπατά αθόρυβα. Τα δάχτυλα ποικίλλουν σε αριθμό (μπορεί να είναι 4 ή 5 στα μπροστινά πόδια και 3 ή 4 στα πίσω) και φέρουν νύχια που καταχρηστικά καλούνται οπλές.
Το περπάτημα των ε. είναι ο πλαγιοβαδισμός. Το δέρμα τους είναι παχύ, αρκετά σκληρό και εφοδιασμένο με μεγάλες και πολύ αραιές σμήριγγες.
Επειδή παθαίνει ρωγμές από την ηλιακή θερμότητα και είναι ευαίσθητο στις ενοχλήσεις των πολυάριθμων παρασίτων, το ζώο περιβρέχεται συχνά με νερό και κυλιέται στις λάσπες.
Ο ε. είναι ζωοτόκος και η κυοφορία διαρκεί 20-22 μήνες. Το νεογέννητο άτομο έχει ύψος 1 μ. και ζυγίζει περίπου 100 κιλά· η μητέρα το τοποθετεί σε μαλακό και υγρό έδαφος, όπου το νεογέννητο παραμένει μερικές ώρες, ανίκανο να στηριχτεί στα πόδια του.
Το δέρμα του είναι ροδόχρωμο και χνουδωτό και έχει πολλές πτυχές, αλλά γεμίζει και τεντώνει σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς η μάζα του σώματος αυξάνεται γρήγορα. Έπειτα από δύο ημέρες το νεογέννητο αρχίζει να περπατά με την επίβλεψη της μητέρας του, η οποία σε περίπτωση κινδύνου κρατά το παιδί της ανάμεσα στα πόδια της και συμπλέκοντας την προβοσκίδα της στη δική του το σύρει μαζί της στη φυγή.
Ο νεαρός ε. απομυζά το μητρικό γάλα με το στόμα· ο θηλασμός διαρκεί για μεγάλο διάστημα και συνεχίζεται ακόμα και όταν το ζώο αρχίσει να τρώει χόρτα.
Οι ε. είναι μακρόβια ζώα, αλλά δεν υπερβαίνουν τα 120 χρόνια, όταν ζουν σε άγρια κατάσταση, και τα 80 χρόνια, όταν ζουν εξημερωμένοι και υποβάλλονται σε εντατική εργασία.
Τρέφονται σχεδόν συνεχώς, γιατί η πέψη τους είναι πολύ γρήγορη και δεν επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση των τροφών. Γι’ αυτό μετακινούνται συχνά αναζητώντας την τροφή τους, που αποτελείται από χόρτα, φρέσκα φύλλα και φρούτα, τα οποία βρίσκουν στα δάση και σε τόπους με ανεπτυγμένη βλάστηση.
Οι ε. δεν είναι επιθετικά ζώα. Συνήθως αποφεύγουν τον κυνηγό και μόνο όταν τραυματιστούν ή καταδιώκονται γίνονται επικίνδυνοι.

Υπάρχουν δύο είδη ε.: ο αφρικανικός και ο ασιατικός.
Ο αφρικανικός ε. έχει μέσο ύψος στο ακρώμιο από 2,80 μ. (τα θηλυκά) έως 3,30 μ.(τα αρσενικά), ενώ το βάρος των αρσενικών κυμαίνεται μεταξύ 4 και 6 τόνων.
Το κεφάλι έχει κυρτό μέτωπο και τεράστια ακουστικά πτερύγια· κάθε χαυλιόδοντας ζυγίζει κατά μέσο όρο 25 κιλά, ενώ σε ορισμένα γερασμένα άτομα μπορούν να ζυγίζουν περισσότερα από 70 κιλά ο καθένας και να έχουν μήκος που ξεπερνά τα 2,5 μ.
Η προβοσκίδα απολήγει σε δύο αποφύσεις που χρησιμεύουν ως συλληπτήρια εξαρτήματα.
Τα μπροστινά άκρα έχουν τέσσερα ή πέντε δάχτυλα και τα πίσω τρία.
Ο αφρικανικός ε. είναι διαδεδομένος στη μεσοτροπική ζώνη της Αφρικής, στα δάση, στις στέπες και στις σαβάνες· στο παρελθόν ζούσε σε ομάδες εκατοντάδων ατόμων, αλλά το εντατικό κυνήγι στη διάρκεια του 19ου αι. περιόρισε τα κοπάδια σε λίγες δεκάδες.
Για να αποτραπεί η περαιτέρω εξόντωσή τους, έχουν θεσπιστεί προστατευτικοί νόμοι που διευκολύνουν τον πολλαπλασιασμό τους.

Ο ασιατικός ε. είναι πιο μικρός από τον αφρικανικό.
Το ύψος του δεν υπερβαίνει τα 3 μέτρα και το βάρος του κυμαίνεται από 3 έως 4 τόνους.
Το μέτωπό του είναι κοίλο και φέρει δύο εμφανή εξογκώματα, τα ακουστικά πτερύγια είναι μάλλον μικρά και η προβοσκίδα καταλήγει μόνο σε μία συλληπτική απόφυση.
Τα μπροστινά άκρα έχουν πέντε δάχτυλα και τα πίσω τέσσερα. Το είδος αυτό του ε. μπορεί να ζει σε υψόμετρο έως 2.000 μ. στην Ινδία, στη χερσόνησο της Ινδοκίνας, στη Μαλαισία και στα νησιά Σρι Λάνκα, Σουμάτρα και Βόρνεο.
Ο ε. χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο από τα αρχαία χρόνια: στους Αιγυπτίους και στους Καρχηδονίους οι ε. χρησίμευαν για πολεμικούς σκοπούς, ενώ οι Ρωμαίοι τους εκπαίδευαν για τα τσίρκα.
Στην Ινδία οι ε. χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων και ως ιππεύσιμο ζώο για το κυνήγι της τίγρης· επίσης και ο αφρικανικός ε. μπορεί να εκπαιδευτεί και να χρησιμοποιηθεί σε διάφορες εργασίες.